«Η γιαγιά μου σας χαιρετά και ζητάει συγγνώμη», Fredrik Backman

«Δεν είναι λάθος να είναι ένα παιδί διαφορετικό. Η γιαγιά έλεγε πως μόνο οι διαφορετικοί άνθρωποι αλλάζουν τον κόσμο!»

«Πρέπει να πιστεύει κανείς. Για να καταλαβαίνει κανείς τα παραμύθια πρέπει να πιστεύει σε κάτι. Κι όταν έχεις ζήσει τόσο πολύ μέσα στο σκοτάδι, είναι απίστευτα δύσκολο να μη θέλεις να πιστέψεις σε παραμύθια.»

 

Το συγκεκριμένο βιβλίο δεν ξέρω αν το επέλεξα ή συνέβη το αντίθετο…!
Το εξώφυλλό του ήταν αρκετό για να το ξεχωρίσω μέσα σε όλα τα βιβλία που υπήρχαν στην πτέρυγα του βιβλιοπωλείου εκείνη την περίοδο…
Ο τίτλος και η περίληψη αυτού, απλώς με έκαναν να θέλω περισσότερο να το αποκτήσω!
Είναι πραγματικά υπέροχο να μην πιστεύεις στις συμπτώσεις και να υπάρχουν τόσα σημεία που ταυτίζεσαι σε αυτό το μυθιστόρημα!
Συγκίνηση και γέλιο σε συντροφεύουν καθ’ όλη τη διάρκεια της απολαυστικής ανάγνωσης.
Η σχεδόν οκτάχρονη Έλσα κάνει τα πάντα για να αφυπνίσει εμάς τους ενήλικες, με τις ασταμάτητες ερωτήσεις και την επιμονή της!
Θέματα όπως ο φόβος, ο θάνατος, η ανατροφή ενός παιδιού, οι σχέσεις, η απώλεια, οι υποχωρήσεις, οι συμπτώσεις στη ζωή, το πως αντιμετωπίζουμε και  ζούμε την καθημερινότητά μας αλλά και οι «σούπερ δυνάμεις» που έχουμε ο καθένας ξεχωριστά εμπλέκονται με τέτοιον τρόπο στην ιστορία αυτή που στο τέλος αμφιβάλλεις αν θες περισσότερη δόση φαντασίας ή πραγματικότητας!
Το μόνο σίγουρο είναι πως η ζωή θα σου δώσει τη δεύτερη ευκαιρία σου και εσύ θα πρέπει να επιλέξεις αν θα είσαι διαφορετικός, αν θα μάθεις να ζεις με τον εαυτό σου και όχι απλώς να υπάρχεις και αν θα πιστεύεις!

«Να θυμάσαι πως όταν το σκοτάδι είναι πολύ βαθύ για να το αντέξεις, και τόσα πολλά πράγματα έχουν σπάσει με τόσους πολλούς τρόπους, ώστε να μην μπορείς να τα επιδιορθώσεις, το όνειρο είναι το όπλο σου. Ένα όνειρο τη φορά.»

«Ζωή.»

 

 

«Τα κατά Αιγαίον πάθη», Κώστας Αρκουδέας

«Τα κορίτσια, ο Μπαλής, ο Ασπρογένης, ο Κάκος, ο αλκοολικός Φραγκίσκος και όλοι οι άλλοι αποτελούσαν με την πολυτάραχη ζωή τους το ρηξικέλευθο κομμάτι μιας κοινωνίας που αγωνιζόταν να ξεκολλήσει από το βυθό. […] Αντί να λιποψυχούν, όμως, έπαιρναν θάρρος από το θάρρος τους. […] Για τους ίδιους, οι αμέσως προηγούμενες γενιές ήταν μισητές, υπεύθυνες για τα κακά που μάστιζαν τον πλανήτη, και δεν έχαναν ευκαιρία να τις κατακρίνουν. Η παλαιότερη γενιά ήταν η γενιά των πολέμων, γηραλέα και απεχθής, καθώς την είχαν συνδυάσει με σκουριασμένα μυαλά και ασπρόμαυρα αφιερώματα για το Ολοκαύτωμα. Η επόμενη γενιά ήταν εκείνη της διαμαρτυρίας. Είχε ξεκινήσει ελπιδοφόρα με τους μπίτνικ και τα «Παιδιά των Λουλουδιών», αλλά δεν είχε βρει τη δύναμη να γκρεμίσει τις δομές της άρρωστης κοινωνίας. Τα σημάδια της απογοήτευσης μεταδόθηκαν στην επόμενη γενιά, εκείνη της μοναξιάς, που έζησε στην περίοδο των μετασεισμικών δονήσεων ενός οικοδομήματος που δεν έπεσε. Το γεγονός αυτό την έκανε να νιώθει ξεγυμνωμένη, χωρίς μύθο. Καθένας κλεινόταν στον εαυτό του και οχυρωμένος πίσω από μονωτικά υλικά προσπαθούσε όχι να ζήσει, αλλά να επιβιώσει. Τα παιδιά της νέας γενιάς είχαν κληρονομήσει από εκείνους την καχυποψία, την υπονόμευση της ερωτικής σχέσης, της φιλίας, ακόμα και της απλής γνωριμίας.»

«Στο δρόμο», Jack Kerouac

«Δεν έχεις παρά να τους ρίξεις μια ματιά μπροστά.
Έχουν έγνοιες, μετράνε τα χιλιόμετρα, σκέφτονται που θα πάνε να κοιμηθούν απόψε, σκέφτονται τα χρήματα για τη βενζίνη, τον καιρό, αναρωτιούνται πως θα φτάσουν στον προορισμό  τους – κι αυτό δεν θα σταματήσει μέχρι να φτάσουν βλέπεις. Είναι που έχουν ανάγκη ν’ ανησυχούν και να ξεγελούν το χρόνο θεωρώντας επείγον εκείνο ή τ’ άλλο, είναι καθαρά αγχωτικοί και μεμψίμοιροι, και δεν έχουν ήσυχο το μυαλό τους όσο δεν βρίσκουν μια έγνοια επιβεβαιωμένη και καλά αποκαταστημένη και, όταν την βρίσκουν, παίρνουν στη μορφή τους τις εκφράσεις που κολλάνε και αναλογούν  σ’ αυτήν, πράμα που είναι, βλέπεις, η δυστυχία, και συνεχώς αυτή καλπάζει δίπλα τους και το ξέρουν, κι αυτό είναι επίσης που τους ανησυχεί ατελείωτα.»

«Θαυμαστός Καινούργιος Κόσμος», Aldous Huxley

«Γιατί ο κόσμος μας δεν είναι ίδιος με τον κόσμο του Οθέλλου. Δεν μπορεί κανείς να φτιάξει αυτοκίνητα χωρίς χάλυβα, και δεν μπορείς να φτιάξεις τραγωδίες χωρίς κοινωνική αστάθεια. Σήμερα, ο κόσμος μας είναι ευσταθής. Οι άνθρωποι είναι ευτυχείς. Έχουν ό,τι θέλουν, και ποτέ δεν επιθυμούν ό,τι δεν έχουν. Έχουν σταθερή ευμάρεια, ασφάλεια, υγεία, δεν φοβούνται το θάνατο, δεν γνωρίζουν τι είναι τα πάθη, ή τα γηρατειά, δεν τους πρήζουν μαμάδες και μπαμπάδες, δεν έχουν συζύγους ή παιδιά, ή έρωτες που να τους συγκινούν, κι είναι έτσι προκαλλιεργημένοι, ώστε να μπορούν μονάχα να συμπεριφέρονται όπως διδάχθηκαν να συμπεριφέρονται.
Και αν κάτι δεν πάει καλά, υπάρχουν κι οι ταμπλέτες «σώμα». Και σεις κύριε Άγριε, πετάτε τούτες τις ταμπλέτες από το παράθυρο, στο όνομα της ελευθερίας. Ελευθερία! Έσκασε στα γέλια.»

«Ο Κάφκα στην ακτή», Haruki Murakami

«Ίσως οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο να μην προσπαθούν να ελευθερωθούν, Κάφκα. Απλώς έτσι νομίζουν. Είναι όλα μια ψευδαίσθηση. Αν ελευθέρωναν τους ανθρώπους, οι περισσότεροι θα ήταν σαν χαμένοι. Μην το ξεχνάς. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι προτιμούν να μην είναι ελεύθεροι.»

«Ο Πληθυντικός Αριθμός», Κ. Δημουλά


«Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού,
ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

 Ο φόβος, 
 όνομα ουσιαστικόν
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός 
οι φόβοι.
Οι φόβοι για όλα από ‘δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
Όνομα ουσιαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από ‘δω και πέρα.»

~ Κική Δημουλά, Πληθυντικός Αριθμός
Το λίγο του κόσμου.

«Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος», Primo Levi

«Εάν μπορεί να έχει κάποιο νόημα να προσδιορίσω τις αιτίες για τις οποίες η ζωή μου, ανάμεσα σε τόσες άλλες ισάξιες, άντεξε στη δοκιμασία, νομίζω ότι στον Λορέντσο οφείλω το ότι σήμερα είμαι ζωντανός.
Όχι τόσο πολύ για την υλική του βοήθεια αλλά γιατί σταθερά μου υπενθύμιζε με την παρουσία του, με τον ήρεμο και απλό τρόπο της καλοσύνης του ότι εξακολουθούσε να υπάρχει ένας κόσμος δικαιοσύνης έξω απ’ τον δικό μας, ότι υπήρχε κάτι και κάποιος αληθινός και ακέραιος, κάποιος που δεν έχει διαφθαρεί και αποκτηνωθεί, κάποιος ξένος προς το μίσος και τον τρόμο, κάτι που δύσκολα μπορεί να οριστεί, σαν μια ξεχασμένη δυνατότητα του καλού, που άξιζε να την κρατήσουμε ζωντανή. […] Αλλά ο Λορέντσο ήταν άνθρωπος, άνθρωπος ακέραιος και αμόλυντος που δεν ανήκε σ’αυτόν τον κόσμο της άρνησης. Χάρη στον Λορέντσο δεν ξέχασα ότι κι εγώ είμαι ένας άνθρωπος.»

«Η νύχτα», Elie Wiesel

«Αν σε όλη μου τη ζωή έπρεπε να γράψω μόνο ένα βιβλίο, αυτό θα ήταν ο ανά χείρας τόμος. […] Το έκανα για ν’αφήσω στους ανθρώπους λέξεις και αναμνήσεις που θα τους προσφέρουν τη δυνατότητα να αποτρέψουν να επαναληφθεί η Ιστορία με την αμείλικτη έλξη της για τη βία. […] Μόνο εκείνοι που γνώρισαν το Άουσβιτς ξέρουν τι ήταν. Οι υπόλοιποι δεν θα το μάθουν ποτέ. Τουλάχιστον όμως θα καταλάβουν;
Θα μπορέσουν να καταλάβουν εκείνοι για τους οποίους το να προστατεύεις τους αδυνάτους, να θεραπεύεις τους αρρώστους, να αγαπάς τα παιδιά, να σέβεσαι – και να κάνεις τους άλλους να τη σέβονται – τη σοφία των γέρων είναι ένα ευγενές και επιτακτικό ανθρώπινο καθήκον.»

«Άλλο ένα καλοκαίρι», Τ. Πατρίκιος

«Για σκέψου να μην πρόφταινα
κι αυτό το καλοκαίρι
να δω το φως ξανά εκτυφλωτικό

να νιώσω την αφή του ήλιου στο κορμί μου
να οσμιστώ δροσερές και χαλασμένες μυρωδιές
να γευτώ γλυκόξινες και πιπεράτες γεύσεις
ν’ ακούω τα τζιτζίκια ως τα κατάβαθα της νύχτας
να καταλαβαίνω τους δικούς μου που αγαπώ
να μην αδημονώ μ’ αυτούς που με στηρίζουν
να σκέφτομαι κι εκείνους που θέλησα να ξεχάσω
να βρίσκω φίλους που έρχονται από μακριά
ν’ αφήνω κι άλλες ζωές να μπαίνουν στη δική μου
να κολυμπάω σε θάλασσες ζεστές
ν’ αντικρίζω φρέσκα σώματα γυμνά
ν’ αναπολήσω έρωτες, να ονειρευτώ καινούργιους
ν’ αντιληφθώ τα πράγματα που αλλάζουν.
Έτσι καθώς τα πρόφτασα αυτό το καλοκαίρι

λέω να ελπίζω για προσεχή Χριστούγεννα
για κάποια επόμενη Πρωτοχρονιά
 – άσε να δούμε και για παραπέρα.»

~ Τίτος Πατρίκιος, Άλλο ένα καλοκαίρι

«Προσχεδιασμένη ευτυχία», Paul Dolan

«Δύο πράγματα δε γυρίζουν πίσω:
Ο χαμένος χρόνος και η χαμένη ευτυχία»